π
|
Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ !
Ὁ Μονόλογος τοῦ Θεοῦ!
Σὲ κοίταξα ὅταν ξύπνησες τὸ πρωί.
Περίμενα νὰ Μοῦ πῆς δύο-τρεῖς λέξεις, εὐχαριστῶντας Με γιὰ ὅσα σοῦ συνέβαιναν, ζητῶντας τὴν γνώμη μου γιὰ ὅ,τι πρόκειται νὰ κάνης σήμερα.
Παρατήρησα ὅτι ἤσουν πολὺ ἀπασχολημένος προσπαθῶντας νά
ΑΛΙΜΟΝΟ ΕΑΝ ΖΩ ΧΩΡΙΣ ΚΑΡΔΙΑ...
Αλίμονο αν ζω χωρίς καρδιά.
Αλίμονο αν θρησκεύω χωρίς καρδιά.
Αλίμονο αν τηρώ τις εντολές χωρίς καρδιά.
Αν μοιράζω τα πλούτη μου χωρίς καρδιά.
Αν συγχωρώ χωρίς καρδιά.
Αν δίνω και αν δίνομαι χωρίς καρδιά.
Αλίμονο αν
ΠΟΙΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΥ ;
(οἱ ἐθνικότητες εἶναι τυχαία ἐπιλογὴ, ὅποιος θέλει ἐπιλέγει ἄλλες, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζητούμενο)
Ἕνας, ἃς ποῦμε, Ἀµερικανός κατάσκοπος, κρυμμένος ἔξω ἀπὸ ἕνα Ρώσικο στρατόπεδο, προσπαθοῦσε νὰ βρῆ τρόπο νὰ μπῆ. Κρύφτηκε λοιπὸν κοντὰ στὴν εἴσοδο καὶ περίµενε νὰ δῆ τὸν τρόπο ποὺ µπαίνουν οἱ Ρώσοι. Ὕστερα ἀπὸ λίγο, φτάνει ἕνας Ρῶσος στρατιώτης, τὸν σταµατάει ὁ φύλακας καὶ τοῦ λέει "ὀκτώ" αὐτὸς ἀπαντάει "τέσσερα" καὶ µπαίνει µέσα ἀνενόχλητος. Μερικὰ λεπτὰ ἀργότερα φτάνει ἕνας ἄλλος στρατιώτης. Ὁ φύλακας τοῦ λέει "δώδεκα" αὐτὸς ἀπαντάει "ἕξι" καὶ µπαίνει καὶ αὐτὸς ἀνενόχλητος. Σίγουρος τότε ὁ κατάσκοπος γιὰ τὸν τρόπο ποὺ
ΟΙ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ...
Στην Αθήνα ζούσε ένα αντρόγυνο, που κάλεσε κάποτε έναν γέροντα, ο οποίος είχε Χάρη Θεού (είχε κάνει και κάποιον άλλον καλά) στο σπίτι τους, για να δει το τρίχρονο παράλυτο παιδί τους.
Φθάνοντας στο σπίτι ο γέροντας, μόνος του τράβηξε προς το δωμάτιο της τραπεζαρίας, αγνοώντας τους γονείς, που τον έλεγαν ότι το παιδί είναι στο υπνοδωμάτιο και όχι στην τραπεζαρία. Καθίσανε στην τραπεζαρία και ρωτάει ο γέροντας τον πατέρα:
ΣΚΕΨΕΙΣ... !
Χαμόγελο, ὀμορφιά, φυσικὴ εὐγένεια, εὐαισθησία καὶ καλλιέργεια, χιοῦμορ, ἐξυπνάδα, διάκριση, δημιουργικὸ πεῖσμα, πτυχία, ἐργασία.... ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη πόνος, πολὺς σωματικὸς χρόνιος μὴ ἀναστρέψιμος πόνος... Μὰ παράλληλα